35 λέξεις και φράσεις που θα καταλάβουν μόνο όσοι πήγαν στρατό.

156
Η διάλεκτος του φαντάρου… Εμπλοκή: Σε πιο απλά λόγια, σκοπιές κάθε μέρα κι έξοδος μια φορά το μήνα, ή για δύο ώρες με υπηρεσιακόΦίδιασμα-Φιδιάζω: Συνώνυμo του λαϊκού “λούφα-λουφάρω”. Βρίσκομαι κάπου απόμερα-

Εν υπηρεσία: για να μη με βρουν να κάθομαι’ Εκτός υπηρεσίας: για να αποφύγω τυχόν χώσιμο, μπιφτέκικλπ.

Το Ψάρι/O Ψαράς: Φαντάρος/Στρατιωτικός ο οποίος είναι νέος στο περιβάλλον, αγχωμένος για την εικόνα του στους ανώτερούς του ή συμπεριφέρεται έτσι κι ας είναι λίγο παλαιότερος.(Αντίθετο: “Παλαίουρας”)

Σειρά: Φουρνιά παρουσίασης στο στρατό. Αντιστοιχεί σε ένα νούμερο το οποίο αυξάνεται κάθε 3μηνο. Η τελευταία σειρά που έχει παρουσιαστεί (εως σήμερα) είναι η 300. Όταν 2 φαντάροι παρουσιάστηκαν την ίδια περίοδο, λέμε ότι είναι σειρά.

«Σειρά!»: Εκφώνηση προσώπου του οποίου δεν γνωρίζεις το όνομα.

Τα είδα όλα κωλυόμενα: Τα βρήκα δύσκολα (συνήθως αφορά τις πολλές υπηρεσίες)

Γκοτζίλα: Κρέας αδιευκρινίστου προελεύσεως, συσκευασμένο και κατεψυγμένο. Επιστήμονες το κατατάσσουν στην παλαιολιθική εποχή. Και ναι, ήρθε η ώρα να μαγειρευτεί!

Το χυμείο: Ο… χύμα φαντάρος ή στρατόπεδο.

Η Καναδέζα: Το φορτηγό όχημα στρατιωτικής χρήσης τύπου Μ715

Καραβανάς: Ο μόνιμος βαθμοφόρος του στρατεύματος.

Το γερμανικό: Η σκοπιά 2-4 τα ξημερώματα

Γαμωσείρης, ο: Αυτός που “χώνει” άτομα της σειράς του. (πχ. σε καθαριότητες, τρώει μπιφτέκιτου κλπ.)

Προβλεπέ: Προέρχεται εκ του προβλεπόμενος. Αντιστοιχεί σε ξύρισμα ανά “5λεπτο”, εκτυφλωτικό γυάλισμα αρβύλων επί 24ώρου κλπ.

Άκυρο!: Χρησιμοποιείται ως ακυρωτικό της πρότασης που προηγήθηκε. Συναντάται ως φαγώσιμο: «Φάε το άκυρο!»,  Αλλά και ως ορεκτικό: «Τσίμπα ένα άκυρο!»

Μαύρο: Προσδιορισμός στρατοπέδου -συνήθως-, όπου όλα είναι προβλεπέ.

Απολελέ: …και τρελελέ! Έκφραση που χρησιμοποιούν οι φαντάροι και απολύονται

Τέντα-Τέντωμα: Βλ. προβλεπέ

Καλλιόπη: Οι τουαλέτες του στρατοπέδου

Ασημί: Δηλαδή Α.Σ.Μ. (Αριθμός Στρατολογικού Μητρώου). Χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει κοινή καταγωγή

José: Χώσιμο, αγγαρεία στη στρατιωτική αργκό.

Σκοπάνθρωπος: Φαντάρος ειδικευμένος σε σκοπιές και μπιφτέκια! Κολλάει και ένσημα και προβλέπεται να βγει στη σύνταξη πριν την απόλυσή του!

Λ.Ε.Λ.Ε.: Κατάσταση φαντάρου κατά την οποία νιώθει τους μήνες που έχει περάσει να τον βαραίνουν. Πλησιάζει στην απόλυσή του και γενικά δεν την παλεύει. Προέρχεται από τα αρχικά του: “Λήξη Ενός Λανθασμένου Έτους”.

Ροζαλία: Χαρτί απόλυσης

Φ: Συντομολογία του ‘‘Φυλακή’’

Αγγαρεία: Άοπλη υπηρεσία. Λάντζα, μάπα (σκουπ.-σφουγγ.), γόπing, κουβάλημα κλπ.

Γόπινγκ: Η συλλογή των αποτσίγαρων από το έδαφος

Απαλλαγή: Η επόμενη σειρά των φαντάρων που μπαίνει στο στρατόπεδο

Βύσμα: Ή αλλιώς… μέσον

Μονάρβυλος: Αυτός που κάνει θητεία μικρότερη από 12μηνο (3,6,9). Κι αυτό διότι τους δίνεται 1 ζευγάρι άρβυλα αντί για 2, όταν παρουσιάζονται. Χρησιμοποιείται ως πείραγμα.

Π@υστ# με Κινέζο: Το κοτόπουλο με ρύζι

Ντι Τζέι: Αυτός που πλένει τους δίσκους στα μαγειρεία

Αγγαρειομάχος: Πιστός και φιλότιμος στρατιώτης. Μάχεται υπέρ της πατρίδος μέχρι τελευταίας ρανίδας του ιδρώτα του και ανήκει στο ίδιο ταμείο ασφάλισης με τον σκοπάνθρωπο.

Σειρά Απολύσεως: “Φουρνιά” η οποία είναι η επόμενη που απολύεται. Βρίσκεται δηλαδή στο τελευταίο 3μηνό της.

Μπιφτέκι: Υπηρεσία την οποία ο κάτοχός της για κάποιο λόγο (ασθένεια, απουσία κλπ.) αδυνατούσε να εκτελέσει και κάποιος πρέπει να τον αντικαταστήσει. And the μπιφτέκι goes to…  Συναντάται και ως “κούμπωμα”.

Μπιφτέκι γεμιστό: Υπηρεσία-Μπιφτέκι στην Πύλη!

Συμπληρώστε στα σχόλια τις εκφράσεις που εσείς πιστεύετε ότι λείπουν για να μεγαλώσει η λίστα και να ενημερωθούν σωστά οι μελλοντικοί φαντάροι.

[via]